Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), της οποίας οι αποφάσεις αφορούν την Ελλάδα άμεσα, όπως αναμενόταν στη σύσκεψή της σήμερα διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκιά της, για έβδομη διαδοχική συνεδρίαση μετά από οκτώ μειώσεις που διήρκεσαν μέχρι τον Ιούνιο του 2025. Τα επιτόκια της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης και της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης παραμένουν αμετάβλητα σε 2,00%, 2,15% και 2,40% αντιστοίχως. Η ΕΚΤ επισήμανε ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη έχουν γίνει εντονότεροι. Οι πιο μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να είναι σταθεροποιημένες, μολονότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε πιο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα έχουν μετατοπιστεί σημαντικά προς τα πάνω. Η ΕΚΤ επανέλαβε ότι θα συνεχίσει να ακολουθεί μια προσέγγιση πολιτικής που βασίζεται στα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία και οι αποφάσεις για τον καθορισμό της κατάλληλης κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση. Στη συνέντευξη τύπου η Πρόεδρος της ΕΚΤ, C. Lagarde, ανέφερε ότι η απόφαση που ελήφθη ήταν ομόφωνη, ωστόσο συζητήθηκε εκτενώς και σε βάθος μια πιθανή απόφαση για αύξηση των επιτοκίων. Η Πρόεδρος της ΕΚΤ ανέφερε ότι σίγουρα απομακρυνόμαστε από το βασικό οικονομικό σενάριο της ΕΚΤ, ωστόσο επέμεινε ότι η τωρινή  κατάσταση της οικονομίας δεν χαρακτηρίζεται στασιμοπληθωρισμός και δε θα βρεθούμε στην κατάσταση της δεκαετίας του 1970. Τόνισε επίσης, ότι δεν υπάρχουν ακόμη δευτερογενείς επιπτώσεις του πληθωρισμού ενώ άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων τον Ιούνιο.

Νωρίτερα σήμερα ανακοινώθηκε η αρχική εκτίμηση για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο ο οποίος εκτιμάται ότι ανήλθε στο 3% από 2,6% τον Μάρτιο. Παρότι ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε υψηλότερα του στόχου της ΕΚΤ για 2% μεσοπρόθεσμα, ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο πληθωρισμός εξαιρουμένων των ευμετάβλητων τιμών ενέργειας και τροφίμων, μειώθηκε στο 2,2% από 2,3%. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με τις ελεγχόμενες μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες και τις ασθενείς προοπτικές ανάπτυξης της Ευρωζώνης επιτρέπουν στην ΕΚΤ να τηρεί στάση αναμονής. Ουσιαστικά οι κρίσιμες αποφάσεις μετατίθενται για τις επόμενες συνεδριάσεις, όταν θα υπάρχουν πιο σαφή δεδομένα για την πορεία του πληθωρισμού και της οικονομικής δραστηριότητας. Στο δυσμενές σενάριο παρατεταμένης κρίσης στη Μέση Ανατολή και διατήρησης του πληθωρισμού υψηλότερα του στόχου του 2% για μακρύ χρονικό διάστημα, η ΕΚΤ αναμένεται να προβεί σε τουλάχιστον δύο αυξήσεις επιτοκίων, κατά 25 μονάδες βάσης έκαστη, μέσα στο 2026. Η προθεσμιακή αγορά προεξοφλεί έναρξη των αυξήσεων στην επόμενη σύσκεψη, στις 11 Ιουνίου του 2026 και το κόστος χρήματος έχει ήδη αυξηθεί.