Richard Mc Guire, Here (Pantheon, 2014)

                                                Επιμέλεια: Γιώργος Ατσαλάκης / Scapearchitecture

Μια φίλη που εκτιμώ πολύ, με ρωτούσε τις προάλλες το εξής: πώς κάποιος που θέλει να απευθυνθεί σε έναν αρχιτέκτονα για να του σχεδιάσει το σπίτι του, διαμορφώνει κριτήρια για αυτό που θα ζητήσει; Το κάνει διαλέγοντας αποκόμματα περιοδικών, βάζοντας ψηφιακούς σελιδοδείκτες στο Pinterest ή το Instagram, πηγαίνοντας σε εκθέσεις αρχιτεκτονικής; Το ερώτημά της συμπυκνώνει με ακρίβεια την αμηχανία του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά στην πράξη της κατοίκησης. Ζούμε σε έναν πολιτισμό καταιγιστικής οπτικής πληροφορίας. Κατά συνέπεια, πριν ακόμη κάποιος μιλήσει με έναν αρχιτέκτονα, έχει συνήθως συλλέξει εκατοντάδες ψηφιακές εικόνες: μια σκάλα από ένα loft στο Βερολίνο, ένα μπάνιο από μια εξοχική κατοικία στη Μεσόγειο, ένα παράθυρο από ένα μινιμαλιστικό σπίτι στην Ιαπωνία. Θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο “χτίζει” τα κριτήριά του, προετοιμάζοντας τον εαυτό του για μια “performance αρχιτεκτονικής γνώσης” που εσφαλμένα νομίζει ότι χρειάζεται να δώσει στον αρχιτέκτονά του.

Στην πραγματικότητα όμως, τα κοινωνικά δίκτυα και τα περιοδικά δεν μπορούν να διαμορφώσουν ικανά κριτήρια. Προσφέρουν έτοιμες, πολύ συχνά αποστειρωμένες απαντήσεις σε ερωτήσεις που έχουν θέσει κάποιοι άλλοι, σε έναν άλλον τόπο, για μιαν άλλη ζωή. Όταν κάποιος περνά το κατώφλι ενός αρχιτεκτονικού γραφείου με ένα ψηφιακό κολάζ αποθηκευμένων φωτογραφιών υπό μάλης, δεν κομίζει τις δικές του ανάγκες, αλλά θραύσματα από ξένες επιθυμίες που έχει την πεποίθηση ότι τον εκφράζουν. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσέγγισης συνήθως καταλήγει σε ένα άψυχο σκηνικό. Σε ένα σπίτι που μπορεί να είναι φωτογενές και ενδιαφέρον για τους πολλούς, αλλά είναι σχεδιασμένο για το στιγμιότυπο του φακού, αδυνατώντας να υποδεχτεί τη φθορά, την ακαταστασία και τη ροή της πραγματικής ζωής αυτού που πρόκειται να το κατοικήσει.


Από το κτιριολογικό πρόγραμμα στην προσωπική αφήγηση

Και αν η παγίδα της εικόνας είναι ο ένας σκόπελος, ο δεύτερος είναι η προσκόλληση σε ένα στεγνό κτιριολογικό πρόγραμμα. Οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν ασφάλεια όταν μεταφράζουν την επιθυμία τους σε τετραγωνικά μέτρα και λίστες απαιτούμενων χώρων. Είναι μια γλώσσα μετρήσιμη και ορθολογική, που τους δίνει την ψευδαίσθηση του ελέγχου. Η κατοίκηση όμως είναι πολλά περισσότερα από την παράταξη δωματίων και τη διεκπεραίωση λειτουργιών.

Ο ιδανικός πελάτης πάει ένα βήμα παραπέρα από όλα αυτά. Δεν προσπερνάει το κτιριολογικό, αλλά κυρίως αφηγείται μια ιστορία που περιγράφει τι περιμένει. Όχι “ένα σαλόνι, μια κλειστή κουζίνα και τρία υπνοδωμάτια – το ένα en suite”, αλλά μια αφήγηση του πώς βλέπει τον εαυτό του και τη ζωή του να εξελίσσεται για όσο θα μένει εκεί.

Το τυπικό κτιριολογικό πρόγραμμα είναι εξ ορισμού κάτι στατικό. Η αφήγηση, αντίθετα, εμπεριέχει τον χρόνο ως δομικό υλικό. Μιλάει για τα παιδιά που θα μεγαλώσουν και θα φύγουν, για τη σιωπή που ίσως έρθει αργότερα, για τις συνήθειες που μεταβάλλονται, για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επιθυμεί να ωριμάζει και να αλλάζει μέσα στους χώρους του που σχεδιάστηκαν για αυτόν.


Η ανατομία της εξομολόγησης

Μπορεί αυτή η ιστορία να είναι πραγματική, φανταστική, ή κάπου στη μέση, αλλά η αφήγηση, για να είναι πετυχημένη, θα πρέπει να περιλαμβάνει τα πάντα, χωρίς απαραίτητα να αναφέρεται ρητά σε αυτά. Παραστάσεις από το παρελθόν, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, κουζίνες, μαγειρέματα, έρωτες, απωθημένα, φόβους, ελπίδες, απογοητεύσεις, στόχους που πέτυχαν και άλλους που απέτυχαν. Τα πάντα.

Αυτό και μόνο το αφήγημα προϋποθέτει εμπιστοσύνη, είναι ένα ουσιαστικό άλμα πίστης. Γιατί απαιτεί από τον πελάτη να εκτεθεί. Για να μιλήσει κανείς με αυτόν τον τρόπο στον αρχιτέκτονα, χρειάζεται να εγκαταλείψει την κατασκευασμένη εικόνα του πώς θα ήθελε να φαίνεται στους άλλους και να εξομολογηθεί το πώς ζει στ’ αλήθεια. Να μιλήσει για την ανάγκη της απόσυρσης μετά από μια εξαντλητική μέρα, για τη μελαγχολία κάθε απόγευμα Κυριακής, για τη μυρωδιά του βασιλικού στην αυλή των παιδικών χρόνων, για τη θαλπωρή της επιστροφής μετά από ένα μεγάλο ταξίδι, για τη ζωντάνια της παρέας γύρω από ένα τραπέζι που δεν τελειώνει ποτέ.

Εδώ εντοπίζεται το δεύτερο σκέλος αυτού του άλματος πίστης: στην παράδοση του ελέγχου της μορφής και της διάταξης. Ο πελάτης που εμπιστεύεται τον αρχιτέκτονα που έχει επιλέξει, κατανοεί ότι ο δικός του ρόλος είναι να καταθέσει τα βιώματα και τις προσδοκίες του, αφήνοντας στον αρχιτέκτονα την ελευθερία της χωρικής ερμηνείας. Δεν υπαγορεύει λύσεις, δεν υποβάλλει εικόνες, απλώς καταθέτει αλήθειες μέσα από την αφήγησή του.


Η αρχιτεκτονική ως μετάφραση

Από τη στιγμή που θα ειπωθεί αυτή η ιστορία, ξεκινά η πιο πολύπλοκη και εκ των πραγμάτων αθέατη διαδικασία της συνθετικής πράξης. Ο αρχιτέκτονας καλείται να ακούσει όχι μόνο τις λέξεις, αλλά και τις παύσεις ανάμεσα σε αυτές. Θα πάρει αυτή την ιστορία και θα την κάνει κτίριο, χώρους, σκιές, φως, προοπτικές, συμμετρίες, ασυμμετρίες, αναπάντεχες χωρικές σχέσεις και ό,τι άλλο χρειαστεί για να μετατρέψει το προφορικό αφήγημα του ιδανικού πελάτη του σε ένα αρχιτεκτονικό αφήγημα που στο εξής θα τον περιέχει.

Σε αυτή την χωρική μεταγραφή, μια ανάμνηση παιδικής ασφάλειας δεν μεταφράζεται σε στείρα γραφικότητα, αλλά ενδεχομένως σε ένα χαμηλωμένο ταβάνι ή σε μια βαθιά εσοχή παραθύρου που φιλτράρει το σκληρό μεσημεριανό φως. Η ανάγκη για συντροφικότητα χωρίς την απώλεια της ιδιωτικότητας δεν λύνεται με έναν απλό διαχωριστικό τοίχο, αλλά με μια διαγώνια οπτική φυγή που επιτρέπει στα βλέμματα να συναντιούνται από διαφορετικά επίπεδα. Το δε υλικό ξεπερνάει τη διακόσμηση και γίνεται φορέας μνήμης και αίσθησης.


Το παράδοξο του sur mesure και το άνοιγμα στην Πόλη

Όταν αυτή η συνάντηση πετύχει, γεννιέται ένα σπίτι απόλυτα προσωπικό. Και μαζί αναδύεται μια γοητευτική αντίφαση. Το παράξενο με αυτή τη σχέση είναι ότι όσο περισσότερο σχεδιάζεται η αρχιτεκτονική sur mesure πάνω στο αφήγημα του πελάτη, τόσο λιγότερο εύληπτη και αποδεκτή γίνεται από τυχόν εξωτερικούς παρατηρητές. Βλέπει κανείς “το σπίτι του τάδε” και αυτομάτως ξέρει ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει εκεί, γιατί δεν λέει τη δική του ιστορία. Αυτό που για έναν τρίτο μοιάζει με ιδιορρυθμία ή ανοίκεια διάταξη, για αυτόν που το παρήγγειλε είναι η ακριβής χωρική αποτύπωση της ψυχοσύνθεσής του. Ένα πραγματικά πετυχημένο σπίτι δεν χρειάζεται να αρέσει σε όλους. Αρκεί να “χωράει” εκείνον για τον οποίο πλάστηκε.

Και να γιατί τελικά ο τελικός σκοπός, το end game της Αρχιτεκτονικής είναι να ξεφύγει από την κατοικία και να ξεδιπλωθεί στο δημόσιο χώρο, όπου οι όροι αντιστρέφονται. Στην πλατεία, στο πάρκο, στο σχολείο, στο μουσείο, στις μεγάλες αστικές αναπτύξεις, η αρχιτεκτονική απεκδύεται την αποκλειστικότητα του sur mesure και αναζητά τον κοινό τόπο. Εδώ, το υλικό της αφήγησης δεν είναι οι ατομικές αναμνήσεις, αλλά η συλλογική μνήμη, η συνύπαρξη με τον Άλλο, η τυχαία συνάντηση, η δημοκρατία της καθημερινότητας και η συνέχεια της ιστορίας μέσα στον χρόνο. Το φως, η σκιά και η κλίμακα δεν σχεδιάζονται πλέον για να προστατεύσουν τον εύθραυστο μικρόκοσμο της κατοίκησης, αλλά για να φιλοξενήσουν το απρόβλεπτο της αστικής συνθήκης, προσφέροντας γενναιόδωρα χώρο σε όλους, χωρίς προϋποθέσεις. Ο ιδανικός πελάτης γίνεται η Πόλις και το συλλογικό της αφήγημα. Και τότε η Αρχιτεκτονική, απελευθερωμένη από το ατομικό βίωμα, μπορεί να γίνει ξανά κατανοητή από όλους. 


Σελιδοδείκτες για το Σαββατοκύριακο: 

Το graphic novel “Here” του Richard Mc Guire, εδώ και εδώ. Μια εκ των υστέρων χωρική αφήγηση.
Η γραμμική αφήγηση του Saul Steinberg “The line” (1954) για την Τριενάλε του Μιλάνου.