Ο Κωνσταντίνος Ρήγος σκηνοθετεί το «The Dreamers»

                                                                                                                                                                                                                                                        *Γράφει η Αμαλία Μουστάκη

Δράμα ενηλικίωσης, ερωτική ιστορία ή πολιτικό σχόλιο, το σίγουρο είναι ότι το “The Dreamers”, το έργο του Tom Kinninmont,  βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Gilbert Adair,  που  έγινε παγκοσμίως γνωστό μέσα από την ομώνυμη ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και που φέτος ανεβάζει ο Κωνσταντίνος Ρήγος στο Σύγχρονο Θέατρο, εύκολα κατακτά  τον θεατή, Γεμάτο αναφορές σε εμβληματικές μορφές της κινηματογραφικής ιστορίας, εξερευνά τη δύναμη των εικόνων να διαμορφώνουν τον τρόπο που υπάρχουμε μέσα στον κόσμο.

Αν υπάρχουν τρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν όλες ανεξαιρέτως τις αμιγώς θεατρικές παραστάσεις του Ρήγου, αυτά είναι η μουσική, ο χορός και ο έρωτας. Ο πανταχού και βεβαίως και στο Παρίσι του ’68 έρωτας. Κατά τη διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στη Γαλλική Ταινιοθήκη που προκάλεσε η αναγκαστική απομάκρυνση του διευθυντή της, Ανρί Λανγκλουά, ο Μάθιου, ένας νεαρός Αμερικανός, γνωρίζει δύο δίδυμα αδέρφια, τον Τεό και την Ιζαμπέλ και γρήγορα σχηματίζει έναν έντονο δεσμό μαζί τους. Οσο γύρω τους οι εξελίξεις προχωρούν και τα γεγονότα κλιμακώνονται, οι τρεις νέοι θα παρασυρθούν από τον κοινωνικό αναβρασμό για να ηγηθούν τελικά της δικής τους προσωπικής – πολιτικής αλλά και σεξουαλικής – επανάστασης, ίσως όχι απόλυτα μέσα στο πνεύμα του Μάη του ’68 αλλά σίγουρα εντός των δικών τους, εξίσου καταπιεστικών, τεσσάρων τοίχων .

Τους τρεις νέους  συνδέει η αγάπη για το σινεμά. Μιλούν με ατάκες από κινηματογραφικά έργα, μιμούνται κινηματογραφικούς ήρωες, αναλύουν τη στάση τους. Ο Αμερικανός θα μπει στην παρέα, στο σπίτι, στη ζωή τους. Μια από τις πιο απολαυστικές σκηνές στην παράσταση είναι όταν οι τρεις τους θα επιδοθούν σε  ένα παιχνίδι ερωτήσεων και απαντήσεων, πάντα με σημείο αναφοράς σκηνές και ατάκες από ταινίες. Το παιχνίδι, όμως, έχει τον δικό του κώδικα ποινών και αμοιβών. Όποιος χάνει πληρώνει την ποινή. Και η ποινή πάντοτε σχετίζεται με τον έρωτα.  Η αυνανιζόμενη Γαλλία, στα πρόσωπα των τριών νέων, θα αποδειχτεί ότι δεν έχει κόψει ακόμη τον ομφάλιο λώρο με τον ναρκισσισμό της.

 Τα δύο αδέλφια θα ερωτοτροπήσουν μεταξύ τους αλλά και θα παίξουν με τον Αμερικανό φιλοξενούμενό τους, χρησιμοποιώντας τον ως θεατή αλλά και ως ενεργό πρόσωπο της “παράστασής” τους. Αυτός, απελπιστικά πελαγωμένος, δεν καταλαβαίνει την Ευρώπη και τα καμώματά της. Κι η Ευρώπη παίζει αυτό που ξέρει καλά. Παίζει θέατρο και σινεμά.

Ο Ρήγος, που λατρεύει να προκαλεί,  θα παίξει κι αυτός με το κοινό του. Το ερωτικό τρίγωνο των Dreamers, αυτά τα νέα, μάλλον άγουρα -και υποκριτικά- ακόμη παιδιά θα χορέψουν, θα αγκαλιαστούν, θα μεθύσουν, θα κάνουν έρωτα, θα μαλώσουν και θα αγαπηθουν εκεί στη μέση του σαλονιού. Ενός σαλονιού μάλλον άδειου, ελάχιστα “γαλλικού”, και ίσως αυτό, το μάλλον μινιμαλιστικό σκηνικό  μιας πληθωρικής συνθήκης, να είναι και ένας από τους λόγους που εμποδίζουν τον θεατή να συνδεθεί. Δεν αρκούν μερικά άδεια μπουκάλια κρασί, για να μεταφερθείς στο εσωτερικό ενός αστικού σπιτιού στο Παρίσι του ’68 και να ταυτιστείς με τους μάλλον μποέμ ενοίκους του. Όπως δε φτάνει και ο απόηχος της ζωής που μαίνεται εκεί έξω. Των διαδηλωτών που έχουν μεθύσει από την επανάσταση, από την πραγματική επανάσταση για μια καλύτερη κοινωνία και όχι αυτήν που περιορίζεται “κάνε έρωτα μην κάνεις πόλεμο”. 

Παρόλα αυτά, αν κάνει μένει από την παράσταση είναι η σκηνοθεσία του Ρήγου, που πάντα αγαπάει τα νεανικά κορμιά. Έτσι κι εδώ, ακουμπά θαυμαστικά πάνω στα λευκά, γυμνά, ιδανικά σώματα των τριών νεαρών πρωταγωνιστών (Ινώ Αθανασιάδου, Βασίλης Μπούτσικος, Νικόλας Χαλκιαδάκης), που μας χαρίζουν την αίγλη της λάμψης τους, την απαλή επιδερμίδα τους, τα άψογα σχήματά τους, αλλά και τα όμορφα πρόσωπά τους, με τα καλοσχηματισμένα χείλη, τα αθώα και αισθησιακά και τα βαθιά βελούδινα βλέμματα. Ξαπλωμένα, ανακατωμένα, μπερδεμένα, ανάμεσα σε μαξιλάρια και σεντόνια τσαλακωμένα, τα κορμιά τους θυμίζουν τους  ηδονικούς κι αθώους, μουσικούς του Καραβάτζιο, τους νέους που συζητούν για την ποίηση, σαν τους Νέους της Σιδώνος, 400 μ.Χ. του Καβάφη και,  τέλος τέλος, τους Νέους της Σιδώνος, 1970 μ.Χ. του Αναγνωστάκη, που πάνε «δυο-δυο, τρεις-τρεις να παίξουνε να ερωτευθούνε και να ξεσκάσουνε μετά από τόση κούραση».