Το θέμα το αναδεικνύει, κατά το ήμισυ, σήμερα η Οικονομική Καθημερινή.
Η τιμή λιανικής που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ελλάδα δεν ακολούθησε τις μειώσεις της τιμής φυσικού αερίου. Έτσι, είναι η τέταρτη ακριβότερη στην Ευρώπη.
Η τιμή της μεγαβατώρας τον Ιανουάριο και τις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου στην Ελλάδα διαμορφώθηκε, σε μέσα επίπεδα, στα 90,99 ευρώ.
Όταν, το ίδιο χρονικό διάστημα, η μέση τιμή της μεγαβατώρας της Γερμανίας διαμορφώθηκε στα 71,97 ευρώ, της Γαλλίας στα 71,97 ευρώ, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στα 71,81 και 71,78 ευρώ αντίστοιχα, αλλά και χωρών των Βαλκανίων όπου η αγορά δεν είναι τόσο αναπτυγμένη για να ευνοεί τον ανταγωνισμό. Στη Βουλγαρία διαμορφώθηκε στα 86,83 ευρώ, στη Ρουμανία 85,26 ευρώ και στη Σερβία στα 83,36 ευρώ.
Το θέμα όμως το αναδεικνύει μόνο κατά το ήμισυ γιατί όταν η συζήτηση φτάνει στις αιτίες το «μπερδεύει» αποδίδοντας την αύξηση της τιμής στον έκτακτο φόρο στο φυσικό αέριο που οι παραγωγοί και οι πάροχοι μετακύλισαν στους καταναλωτές. Στον Τύπο κάθε φορά γράφεται κι ένα κομμάτι της ιστορίας για την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, ποτέ όμως η ιστορία ολόκληρη. Δείτε για παράδειγμα δημοσίευμα (το επιλέξαμε τυχαία) από τις 10.1.2024 για το πόσο έχουν ρίξει τις τιμές οι ΑΠΕ. Μόνο που οι τιμές τον Ιανουάριο δεν έπεσαν.
Αιτία για τις υψηλές τιμές είναι οι στρεβλώσεις στην αγορά (aka καρτέλ) που η κυβέρνηση αρνείται να μεταρρυθμίσει.