Μια ελληνική ιστορία με αριθμούς
Ζητήσαμε από έναν οικονομολόγο που παρακολουθούμε και εμπιστευόμαστε, τον καθ.Μανόλη Γαλενιανό, να μας αφηγηθεί μια ιστορία για την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας με αριθμούς και εκείνος επέλεξε να παρουσιάσει τα στοιχεία που δίνουν μια εικόνα για την αγορά της Εργασίας στην Ελλάδα σήμερα.

Μια ελληνική ιστορία με αριθμούς
Όποιος παρακολουθεί, έστω και περιστασιακά, το οικονομικό ρεπορτάζ, γνωρίζει ότι η Εργασία και η Απασχόληση προκαλούν αρκετή συζήτηση με συχνά διιστάμενες απόψεις.
Τελικά έχει πέσει η ανεργία;
Υπάρχουν δουλειές;
Κι αν η ανεργία έχει όντως μειωθεί, γιατί σήμερα ακόμα και η μεσαία τάξη δυσκολεύεται «να βγάλει το μήνα»;
Στο FACT ανθολογούμε συστηματικά και την κριτική στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Όμως, η κριτική δεν είναι αυτοσκοπός, τουλάχιστον για εμάς.
Προσπαθούμε διαρκώς να κατανοούμε την πραγματικότητα σε ένα κόσμο που οι απαντήσεις είναι εξίσου σύνθετες με τις ερωτήσεις.
Ζητήσαμε λοιπόν από έναν οικονομολόγο που παρακολουθούμε και εμπιστευόμαστε, τον καθ.Μανόλη Γαλενιανό, να μας αφηγηθεί μια ιστορία για την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας με αριθμούς και εκείνος επέλεξε να παρουσιάσει τα στοιχεία που δίνουν μια εικόνα για την αγορά της Εργασίας στην Ελλάδα σήμερα.
Ωραία σύμπτωση: Σήμερα συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την ημέρα που στείλαμε το πρώτο newsletter μας. Ήταν στις 22 Μαρτίου του 2015.
Μας αρέσει πολύ, λοιπόν, που η σημερινή ειδική έκδοση περιγράφει μια πραγματικότητα με FACTs, με αριθμούς.
Ο Μανόλης Γαλενιανός είναι καθηγητής Οικονομικών στο Royal Holloway, University of London.
Διετέλεσε επίκουρος καθηγητής οικονομικών στο Pennsylvania State University και επισκέπτης καθηγητής στα πανεπιστήμια Yale, New York University και University College London. Ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο University of Pennsylvania το 2006.
Η έρευνά του επικεντρώνεται στη μακροοικονομία και στα οικονομικά της εργασίας.
Διετέλεσε μέλος της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για τον κατώτατο μισθό το 2021-2025.
Είναι διευθυντής και συνιδρυτής του κόμβου δεδομένων Greece in Numbers, όπου συγκεντρώνονται, οργανώνονται και παρουσιάζονται δεδομένα για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Συμμετέχει ενεργά στη δημόσια συζήτηση για την οικονομική πολιτική στην Ελλάδα μέσω της αρθρογραφίας του στον Τύπο. Συμμετείχε στην συγγραφή της Έκθεσης Πισσαρίδη και του συλλογικού τόμου «Πέρα από τη λιτότητα» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).
Με τον κ.Γαλενιανό έχουμε ηχογραφήσει κι ένα podcast με αφορμή το λανσάρισμα της πλατφόρμας Greece in Numbers, το ακούτε εδώ.
Τον ευχαριστούμε θερμά για τον χρόνο του και για τη συμμετοχή του με ένα τόσο ουσιώδη τρόπο στην επέτειο για τα δέκα χρόνια του FACT.
Με τα δικά μας λόγια
Η ελληνική αγορά εργασίας έκανε μια πολυτάραχη διαδρομή τα τελευταία είκοσι χρόνια, περνώντας από την ανάπτυξη της δεκαετίας του 2000 στην κατάρρευση της κρίσης και τελικά σε μια σταδιακή ανάκαμψη. Αν και οι αριθμοί της ανεργίας τον Ιανουάριο του 2026 (7,7%) φαίνονται να επιστρέφουν στα επίπεδα του 2008 (7,5%), η εικόνα αυτή είναι εν μέρει παραπλανητική, καθώς κρύβει μια βαθύτερη δομική αλλαγή.
Σήμερα, η αγορά εργασίας εμφανίζεται πιο «βαθιά» και συμπεριληπτική. Το 2025, το ποσοστό απασχόλησης άγγιξε το 65%, υπερβαίνοντας το 61% του 2008, γεγονός που αποδεικνύει ότι περισσότεροι άνθρωποι συμμετέχουν πλέον ενεργά στην οικονομία, είτε εργαζόμενοι είτε αναζητώντας εργασία.
Αυτή η δυναμική τροφοδοτείται κυρίως από τη ριζική αλλαγή στη συμμετοχή των γυναικών, η οποία πλησίασε το 65% το 2025, αλλά και από την ηλικιακή ομάδα 55–64 ετών. Η συγκεκριμένη ομάδα είδε τα ποσοστά συμμετοχής της να εκτινάσσονται από το 40% στο 65%, μια εξέλιξη στην οποία καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο δραστικός περιορισμός των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων.
Παράλληλα, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά αντιμετωπίζουν πλέον σημαντικά λιγότερα εμπόδια σε σχέση με το παρελθόν.
Ωστόσο, αυτή η νέα ισορροπία επιτεύχθηκε με βαρύ τίμημα: τη σημαντική μείωση των πραγματικών μισθών. Η απότομη πτώση των αποδοχών κατά 30% την περίοδο 2008–2013 έχει ανακτηθεί μέχρι στιγμής μόνο κατά το ήμισυ, αναδεικνύοντας το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ημέρας.
Το να συνεχιστεί η αύξηση των μισθών προϋποθέτει πλέον την άνοδο της παραγωγικότητας, με εργαλεία όπως η καθολική εφαρμογή της κάρτας εργασίας να λειτουργεί θετικά προς μια πιο αποτελεσματική οργάνωση της εργασίας.
Η ανάλυση του Μανόλη Γαλενιανού που ακολουθεί εξετάζει αν η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει τα κεκτημένα της υψηλής απασχόλησης, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα μια βιώσιμη ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.
Γράφει ο Μανόλης Γαλενιανός
Η αγοράς εργασίας στην Ελλάδα: από την ανάπτυξη, στην κρίση και τη νέα ισορροπία
Η ελληνική αγορά εργασίας έχει περάσει από διαδοχικά κύματα τα τελευταία είκοσι χρόνια: από την ανάπτυξη της δεκαετίας του 2000, στην κατάρρευση της κρίσης και στη σταδιακή ανάκαμψη που ακολούθησε. Η πορεία αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά από την εξέλιξη της ανεργίας: από 7,5% τον Ιανουάριο του 2008, εκτινάχθηκε στο 28,3% τον Ιούλιο του 2013 και στη συνέχεια υποχώρησε στο 7,7% τον Ιανουάριο του 2026.

Με μια πρώτη ματιά, τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η αγορά εργασίας έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Η εικόνα αυτή, όμως, είναι παραπλανητική.
Περισσότερες δουλειές, όχι απλώς λιγότερη ανεργία
Η αγορά εργασίας του 2025 διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη του 2008 και σε σημαντικούς τομείς λειτουργεί καλύτερα. Η πιο κρίσιμη εξέλιξη, που δεν έχει αναδειχθεί όσο της αναλογεί, είναι η αυξημένη διαθεσιμότητα θέσεων εργασίας και η ευκολότερη πρόσβαση σε αυτές.
Το 2025, το 65% του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας (15–64 ετών) είχε εργασία. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο όχι μόνο από το 49% του 2013, στο χαμηλότερο σημείο της κρίσης, αλλά και από το 61% του 2008. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η ανοδική πορεία της απασχόλησης συνεχίζεται χωρίς εμφανή σημάδια κόπωσης και, συνεπώς, η προοπτική είναι ότι θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο.

Το «παράδοξο» της αγοράς εργασίας: περισσότερη απασχόληση με ίδια ανεργία
Πώς εξηγείται ότι η ανεργία είναι περίπου ίδια με το 2008, αλλά η απασχόληση είναι υψηλότερη;
Η απάντηση είναι ότι σήμερα περισσότεροι άνθρωποι συμμετέχουν στην αγορά εργασίας, δηλαδή είτε εργάζονται είτε αναζητούν εργασία. Με άλλα λόγια, τμήματα του πληθυσμού τα οποία ήταν οικονομικά μη ενεργά πριν την κρίση έχουν μπει σταδιακά στο εργατικό δυναμικό.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη δημιουργία περισσότερων ευκαιριών απασχόλησης, ιδιαίτερα για ομάδες που στο παρελθόν είχαν περιορισμένη πρόσβαση: τις γυναίκες και τα άτομα ηλικίας 55–64 ετών.
Η άνοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας
Για τους άνδρες, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας παραμένει διαχρονικά υψηλή (75–80%). Για τις γυναίκες, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά.
Τη δεκαετία του 2000, η συμμετοχή των γυναικών κυμαινόταν γύρω στο 50–55% χωρίς ιδιαίτερη δυναμική αύξησης. Από την κρίση και μετά, όμως, καταγράφεται σταθερή άνοδος και το 2025 η συμμετοχή των γυναικών πλησίασε το 65%, μειώνοντας στο μισό το χάσμα με τους άνδρες.

Περισσότερη εργασία σε μεγαλύτερες ηλικίες
Ακόμη πιο έντονη είναι η μεταβολή στην ηλικιακή ομάδα 55–64. Πριν από την κρίση, μόλις το 40% συμμετείχε στην αγορά εργασίας ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό έχει φτάσει το 65%. Καθοριστικός παράγοντας για αυτή την εξέλιξη ήταν ο περιορισμός της πρόωρης συνταξιοδότησης: οι συνταξιούχοι κάτω των 60 ετών μειώθηκαν από τις 410 χιλιάδες το 2015 στις 210 χιλιάδες το 2025.

Οι νέοι βρίσκουν πιο εύκολα δουλειά
Τέλος, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας αντιμετωπίζουν πλέον λιγότερα εμπόδια. Οι άνεργοι χωρίς προηγούμενη εργασιακή εμπειρία (κυρίως νέοι) ήταν περίπου 75 χιλιάδες στο τέλος του 2025, έναντι 140 χιλιάδων το 2008.

Μια πιο «ανοιχτή» αγορά εργασίας: από την ανισότητα ευκαιριών στη διεύρυνση της συμμετοχής
Συνολικά, η αγορά εργασίας είναι σήμερα βαθύτερη και πιο συμπεριληπτική. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν οι άνδρες 25–54 βρίσκονταν σχεδόν σε πλήρη απασχόληση ενώ οι άλλες ομάδες αντιμετώπιζαν δυσκολίες, σήμερα οι ευκαιρίες κατανέμονται με μεγαλύτερη ισορροπία.
Ο ρόλος των μεταρρυθμίσεων: περισσότερες δουλειές, αλλά χαμηλότεροι μισθοί
Πώς προέκυψε αυτή η μεταβολή;
Κεντρικό ρόλο έπαιξαν οι μεταρρυθμίσεις της περιόδου της κρίσης. Οι αλλαγές αυτές απελευθέρωσαν την αγορά εργασίας και ενίσχυσαν τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ταυτόχρονα, όμως, συνδέθηκαν με σημαντική μείωση των μισθών.
Πριν από την κρίση, το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων οδηγούσε σε αυξήσεις μισθών που συχνά υπερέβαιναν την αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και περιόριζε τα κίνητρα για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ιδίως για ομάδες με πιο αδύναμη θέση στην αγορά.
Μετά το 2008, η κρίση και οι θεσμικές αλλαγές —μεταξύ άλλων η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων και η μείωση του κατώτατου μισθού— οδήγησαν στην απότομη πτώση των αποδοχών. Σε πραγματικούς όρους, ο μέσος μισθός μειώθηκε σχεδόν κατά 30% μεταξύ 2008 και 2013. Η ανάκαμψη που ακολούθησε έχει ανακτήσει μόλις το μισό αυτής της απώλειας.

Οι μισθοί δεν μπορούν να αποσυνδέονται από την παραγωγικότητα
Η εμπειρία αυτή αναδεικνύει ένα βασικό δίδαγμα: όταν οι μισθοί αυξάνονται με διοικητικές παρεμβάσεις και όχι με βάση την παραγωγικότητα, δημιουργούνται ανισορροπίες που αργότερα διορθώνονται με επώδυνο τρόπο.
Πώς θα αυξηθούν οι μισθοί χωρίς να χαθούν θέσεις εργασίας
Σήμερα, η ανάκαμψη της απασχόλησης προηγείται της ανάκαμψης των μισθών. Είναι, επομένως, εύλογο να εξεταστούν πολιτικές που θα στηρίξουν την άνοδο των αποδοχών.
Η διατηρήσιμη αύξηση των αποδοχών προϋποθέτει, πρωτίστως, άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, στόχο που πρέπει να αποτελεί κεντρική προτεραιότητα κάθε οικονομικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, απαιτείται και η δίκαιη κατανομή των καρπών αυτής της ανάπτυξης. Στο πεδίο αυτό, ο κατώτατος μισθός και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις μπορούν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα σχεδιαστούν με προσοχή, ώστε να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του παρελθόντος.
Παρεμβάσεις που διορθώνουν την αγορά χωρίς να τη στρεβλώνουν
Υπάρχει, επίσης, περιθώριο για στοχευμένες παρεμβάσεις οι οποίες διορθώνουν αδυναμίες της αγοράς. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η καθολική εφαρμογή της κάρτας εργασίας.
Το μέτρο αυτό διασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι αμείβονται για τον πραγματικό χρόνο εργασίας τους επειδή περιορίζει την υποδήλωση υπερωριών. Το γεγονός ότι αυξάνει το κόστος για τις επιχειρήσεις δεν είναι αρνητικό καθώς αντανακλά πραγματικό κόστος που επωμίζονταν οι εργαζόμενοι και το οποίο δεν καταγραφόταν μέχρι σήμερα.
Ακόμη πιο σημαντική είναι η επίδραση της κάρτας εργασίας στις επιχειρήσεις: η απώλεια της «δωρεάν» εργασίας, στην οποία πολλές είχαν συνηθίσει, δημιουργεί ισχυρά κίνητρα για την πιο αποτελεσματική οργάνωση της εργασίας και τις επενδύσεις στην παραγωγικότητα.
Μια νέα ισορροπία υπό διαμόρφωση
Είναι ακόμη νωρίς για οριστικά συμπεράσματα. Τα επόμενα χρόνια θα δείξουν αν η ελληνική αγορά εργασίας μπορεί να συνδυάσει υψηλή απασχόληση με βιώσιμη αύξηση των μισθών, διατηρώντας ταυτόχρονα τη νέα ισορροπία που με τόσο μεγάλο κόστος επιτεύχθηκε.